Εκτός από τον ποταμό, το φαράγγι διασχίζει και ο Οδοντωτός Σιδηρόδρομος, με αφετηρία το Διακοφτό και τερματισμό τα Καλάβρυτα. Μια σιδηροδρομική γραμμή με τη θεαματικότερη διαδρομή των Βαλκανίων. Σε ένα ταξίδι που διαρκεί μία ώρα, το τρενάκι του Οδοντωτού καλύπτει μια απόσταση 22 χιλιομέτρων, μέσα σε μια περιοχή που έχει ανακηρυχθεί Ειδικής Προστασίας, ενώ το δάσος της συγκαταλέγεται στα Ιδιαίτερου Αισθητικού Κάλλους. Το μήκος του φαραγγιού (από τα Καλάβρυτα) είναι 22 χλμ…Ο παράδεισος είναι εδώ. Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μας γίνεται πάνω ή ακριβώς δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή. Τα πρώτα τούνελ και οι γέφυρες σπάνε ευχάριστα την αρμονία του τοπίου, με πλατάνια, οξιές, ελιές, κουτσουπιές και πικροδάφνες να εναλλάσσονται.
Ο δρόμος σιγά σιγά στενεύει. Σε λίγο, καθώς βγαίνουμε από τα τούνελ, φανερώνονται μπροστά μας κρυμμένοι ορμητικοί καταρράκτες, σπηλιές, εντυπωσιακοί σχηματισμοί με σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Περνώντας μέσα από ένα τούνελ με ανοίγματα προς την πλευρά του γκρεμού, στην απέναντι βραχώδη όχθη του ποταμού, ψηλά στον κάθετο βράχο, ένας σχηματισμός από σταλαγμίτες μοιάζει με αίθουσα δικαστηρίου, γι’ αυτό και του έχουν δώσει αυτό το όνομα. Οι γέφυρες αλλού μάς περνούν πάνω από χείμαρρους ήρεμους και ελκυστικούς για τσαλαβούτημα στα νερά κι αλλού ψηλά πάνω από βάραθρα…
Σε μερικά σημεία, μικρές γαλάζιες λιμνούλες σχηματίζονται σε στροφές του ποταμού, από τις οποίες, όμως, άλλες προσεγγίζουμε με μεγάλη προσοχή κι άλλες απλώς χαζεύουμε από ψηλά.
Η απόλαυση μετατρέπεται σε δέος, η αγαλλίαση εναλλάσσεται με την αδρεναλίνη, οι πέτρινοι όγκοι που υψώνονται κάθετα τριγύρω μας και οι ορμητικοί όγκοι νερού που κατακρημνίζονται βογκώντας από κάτω μας οξύνουν τις αισθήσεις μας και πολλές φορές ξεσπάμε σε ιαχές και ανεξέλεγκτα γέλια, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να νικήσουμε τον φόβο μας, αλλά και να εκφράσουμε τον θαυμασμό μας. Το πιο στενό σημείο της διαδρομής είναι οι Πόρτες. Ο μύθος έχει φτιάξει τη δική του ιστορία γι’ αυτό το σημείο.
Λέει πως ο Ηρακλής, στην προσπάθειά του να φτάσει στην αγαπημένη του Βούρα (από αυτήν πήρε το όνομά του ο Βουραϊκός), κόρη της Ελίκης, τράβηξε τη μαχαίρα του και χώρισε στα δύο τον βράχο που τον εμπόδιζε να βρεθεί κοντά στην καλή του…
Σε κάποιο σημείο που η γραμμή περνά από ένα στενό πέρασμα με ημιθολωτή οροφή σκαμμένη στον βράχο που υψώνεται από πάνω της και τον γκρεμό να χάσκει από την άλλη πλευρά, μια απρόσμενη συνάντηση μάς κόβει την πορεία. Ένα κοπάδι από γίδια, που έβοσκαν ανέμελα στις απότομες πλαγιές του γκρεμού, θορυβήθηκε από την παρουσία μας και θέλησε ν’ ανέβει πάνω στις γραμμές για να φύγει. Κι εδώ ισχύει η λαϊκή παροιμία «φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη». Χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω με βεβαιότητα ποιος ο Γιάννης και ποιο το θεριό, το θέμα ήταν ότι καθηλωθήκαμε ο καθένας από τους κατ’ ανάγκην αντιπάλους στο μετερίζι του και δεν κουνούσαμε βήμα.
Από τη μια ο μπροστότραγος, που οδηγούσε το κοπάδι, με το που έσκασε μύτη από τον γκρεμό κι αντί για τον βοσκό του είδε εμάς, έκανε όπισθεν, με αποτέλεσμα όλο το υπόλοιπο κοπάδι να γίνει μαλλιά κουβάρια γύρω του. Από την άλλη εμείς, λίγο η μπόχα από την τραγίλα που έκανε πιο έντονη ο κουρνιαχτός που σήκωνε το κοπάδι με τις οπλές του, λίγο ο φόβος να βρεθούμε ανάμεσα σ’ ένα αλαλιασμένο κοπάδι σε ένα τόσο στενό πέρασμα, είχαμε μείνει «κάγκελο». Θορυβημένος από τη συμπεριφορά του κοπαδιού του, κατέφθασε ο Αλβανός βοσκός, που καθόταν λίγο μακρύτερα κι άρχισε να τα σαλαγάει, για να ανέβουν από τον γκρεμό να φύγουν κι αυτά, να πάμε κι εμείς στην ευχή.
Αμ δε! Πώς το θες; Τα ‘μπηξε ο μπροστότραγος και δεν κουνιόταν ρούπι, οπότε κι όλο το υπόλοιπο κοπάδι βέλαζε τριγύρω του με φόβο και ανυπομονησία. Στη μέση λοιπόν ο βοσκός, από πάνω εμείς, από κάτω τα γίδια και από παντού η αμηχανία…
Με τα πολλά έγινε μια ανακωχή και φύγαμε κακήν κακώς, εμείς δηλαδή, γιατί τα γίδια έμειναν εκεί…
Πολλές φορές συναντήσαμε πάνω στις γραμμές του τρένου καβούρια. Ναι, καβούρια! Το λογικό είναι να είχαν σκαρφαλώσει μέχρι εκεί επάνω από το ποτάμι, έχοντας χάσει τον δρόμο τους. Ελπίζω τουλάχιστον, γιατί τα περισσότερα τα ξαναρίχναμε στο ποτάμι για να τα σώσουμε. Αν, παρ’ όλα αυτά το ένστικτο των καβουριών ήξερε κάτι περισσότερο και είχαν άλλο σκοπό εκεί ψηλά στις γραμμές, ζητάμε ταπεινά συγγνώμη για την ταλαιπωρία.
Μια άλλη συνάντηση που μας έκανε κάπως πιο επιφυλακτικούς για το πού πατάμε, ήταν ένας όφις, που σύρθηκε από τις άκρες της γραμμής, πολύ κοντά μας, για να κρυφτεί στα χόρτα. Δεν ήταν οχιά, βέβαια, αλλά μια ανατριχίλα τη νιώσαμε. Κάπως έτσι φθάσαμε στα Νιάματα. Στάση, λοιπόν, πικνίκ δίπλα στο ποτάμι, βούτηγμα των ποδιών στο παγωμένο νερό, λίγη ρακή για να στανιάρουμε και… το δισάκι μας στον ώμο για τον υπόλοιπο δρόμο. Από εδώ και κάτω το τοπίο αλλάζει. Το ποτάμι κυλάει ομαλά στο βάθος του φαραγγιού, μέσα από πυκνή χαμηλή βλάστηση, ενώ οι γυμνοί όγκοι των βουνών μάς επιφυλάσσουν εκπλήξεις.
Μεγάλες και μικρότερες σπηλιές, αρκετές από τις οποίες φιλοξενούν μαντριά, καθώς και περίεργοι γλυπτικοί σχηματισμοί στολίζουν τις πλαγιές τους και μας αιφνιδιάζουν. Τα γίδια έγιναν πια σύντροφοι στην πορεία μας σχεδόν μέχρι τις παρυφές της πόλης του Διακοφτού, όπου τελειώνει το στενό φαράγγι, και περάσαμε ανάμεσα στους απέραντους οπωρώνες. Εκεί κάπου βρήκαμε δυο χαμηλά ντεπόζιτα με τεράστιες βίδες, από αυτές που χρησιμοποιούν στην κατασκευή των γεφυρών, και κρατήσαμε δυο τρεις για ενθύμιο.
Φτάσαμε στο Διακοφτό και εναποθέσαμε τα εξαντλημένα κορμάκια μας (η κατάληξη –άκια είναι καθαρά τρυφερός προσδιορισμός) στις καρέκλες της καφετέριας. Ο ενθουσιασμός μας που βγάλαμε τα 12 χλμ. μονοκοπανιά υπερτερούσε της κούρασης. Τώρα οι ώρες που κάναμε για να τα διανύσουμε, 6 το σύνολο, δεν πάνε για ρεκόρ, αλλά δεν ήταν κι αυτό το ζητούμενο. Απλώς για την ιστορία και για όσους θέλουν να ακολουθήσουν το παράδειγμά μας, οι άλλοι, οι απλοί καθημερινοί περιπατητές του φαραγγιού, χρειάζονται 3 ώρες να το διασχίσουν…


